Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ποιός θυμάται τον Πανίκο Δημητρίου;



Στις 17/1/1975 σε διαδήλωση κατά της Βρετανικής πολιτικής διαχωρισμού και διχοτόμησης που ακολουθεί διαχρονικά η Βρετανία, σκοτώθηκε από Βρετανικό τεθωρακισμένο ο μαθητής Πανίκος Δημητρίου.

Ήταν τότε που οι Βρετανοί αποφάσισαν να μεταφέρουν χιλιάδες Τουρκοκύπριους, οι οποίοι είχαν καταφύγει στη Βάση Ακρωτηρίου, στις κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές για να καταλάβουν τις εστίες και περιουσίες των Ελληνοκυπρίων, που λίγους μήνες πριν εκδιώχθηκαν βίαια από τους Τούρκους εισβολείς. Η συγκεκριμένη ενέργεια των Βρετανών αποτελεί σημαντικό σταθμό στην πορεία του Εθνικού ξεκαθαρίσματος και του Εθνοτικού διχασμού. Επόμενος σταθμός ήταν η συμφωνία της Γ’ Βιέννης, η οποία ολοκλήρωσε τη μεταφορά (πολλές φορές και παρά τη θέληση τους) όλων των Τουρκοκυπρίων από τις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, στα κατεχόμενα. Ηρήσθω εν παρόδω, ότι τις πρόνοιες που αφορούσαν την προστασία των Ελλήνων της Καρπασίας, που περιελάβανε η συμφωνία της Γ’ Βιέννης, οι Τούρκοι ουδέποτε τις εφάρμοσαν.

Αν και μετείχα προσωπικά, ως δωδεκάχρονο μαθητούδι στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Πανίκου Δημητρίου, ομολογώ ότι με τα χρόνια η ημερομηνία θάφτηκε μέσα στα τρέχοντα. Οι βιωματικές μνήμες όμως δεν έσβησαν.

Αφορμή για να ξαναζωντανέψουν ήταν το αρθρίδιο του Γ. Σέρτη στην εφημερίδα Φιλελεύθερος. Ο αγαπητός κ. Σέρτης μάλιστα μας πληροφορεί ότι εκ μέρους της οικογένειας του δολοφονηθέντος Πανίκου Δημητρίου, παρέστη στο δικαστήριο ο 29χρονος (τότε) δικηγόρος Νίκος Χρυσάνθου Αναστασιάδης. 

Σύμπτωση: Δέκα πόντους αριστερά στο ίδιο ύψος, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, εντοπίζεται μια φωτογραφία από το φύλλο της εφημερίδας του 1964, μια φωτογραφία της τότε πενταμερούς διάσκεψης που συνήλθε για να λύσει το Κυπριακό μετά τα αιματηρά γεγονότα των Χριστουγέννων 1964. Η διάσκεψη – και τότε – δεν έφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Λίγες μέρες μετά είχαμε τα αιματηρά γεγονότα στον Μούτταλο και την επίθεση της Τουρκίας στην Τηλλυρία. Ο τίτλος όμως έλεγε «ενθαρρυντικόν συμπέρασμα από τας εργασίας της Ολομέλειας της Διάσκεψης στο Λονδίνο» και «ενιαίον μέτωπο Κύπρου – Ελλάδος».

Σήμερα ποιός θυμάται τον Πανίκο Δημητρίου; Αμφιβάλλω αν τον θυμάται ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης! Ποιός θυμάται γιατί σκοτώθηκε και ποιοί τον σκότωσαν; Αντίθετα, οι δολοφόνοι του ανακηρύσσονται πάλι «εγγυητές» και «προστάτες» μας. Είναι εκεί για να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους και συμμαχούν και πάλιν με τους Τούρκους για να βάλουν τρικλοποδιές στον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Κοτζιά. Και κάποιοι – από την «Ελληνοκεντρική» (τάχα) παράταξη του Νίκου Αναστασιάδη τους χειροκροτούν. Όσο για τους άλλους, που κάποτε – για να αποδυναμώσουν ακριβώς το ρόλο των Βρετανών – έκαναν παντιέρα τη Διεθνή Διάσκεψη και την εμπλοκή της Ρωσίας, τι να πω; Κάθονται απαθείς και παρακολουθούν τον εξευτελισμό των πάγιων συνεδριακών τους αποφάσεων, την εξαφάνιση της Διεθνούς Διάσκεψης, το πανηγυρικό come-back των Βρετανών και τον συντονισμένο εξευτελισμό της Ρωσίας.

Τα λάθη επαναλαμβάνονται. Οι προσδοκίες παραμένουν οι ίδιες. Και όπως είπε και ο Μαρξ: «η ιστορία επαναλαμβάνεται, πρώτα ως φάρσα και μετά ως τραγωδία».

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Νερό στο κρασί μας



Θα τολμήσω να απαντήσω στην πρόκληση του Προέδρου του ΔΗΣΥ  κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος μιλώντας το πρωί του Σαββάτου 7/1/17 από το ραδιόφωνο του Τρίτου προγράμματος του ΡΙΚ, ρώτησε τους αρχηγούς των πέντε κομμάτων, αν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πετύχει συμφωνία κατάργησης των εγγυήσεων και αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων στη Γενεύη , θα την απορρίψουμε γιατί θα είναι παρών και ο Ακιντζί.

Η δική μου θέση είναι ότι η παρουσία του Ακιντζί δεν αποτελεί το κύριο πρόβλημα. Αν τη συμφωνία της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των στρατευμάτων την πετύχει  ο Νίκος Αναστασιάδης, με την ιδιότητα του ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ας είναι παρών όποιος θέλει, ακόμα και ο… Χατζηπετρής.

Αλλά οφείλω με την σειρά μου να  προκαλέσω τον κύριο Αβέρωφ Νεοφύτου αφού πρώτα παραθέσω απόσπασμα της γραπτής πρότασης του Προέδρου Αναστασιάδη για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις όπως αυτή κατατέθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων:

«Εκ των όσων έχουν εκτεθεί καθίσταται σαφές ότι οι όποιες στρατιωτικές εγγυήσεις όχι μόνο δεν απαιτούνται αλλά αποτελούν και αναχρονισμό, αφού, μεταξύ άλλων:
Α. Πλήττουν την ανεξαρτησία και κυριαρχία ενός κράτους μέλους των Η.Ε. και της Ε.Ε. και έρχονται σε αντίθεση με τον χάρτη των Η.Ε. και το διεθνές δίκαιο.
Β. Με δεδομένη τη θέση της Ελλάδας ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει ως εγγυήτρια δύναμη και εκείνη της Βρετανίας  πως για να παραμείνει εγγυήτρια θα πρέπει να το ζητήσουν και οι δυο κοινότητες, ως επίσης το γεγονός ότι τα σημερινά διεθνή δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά σε σύγκριση με το 1960, άλλα και λαμβάνοντας υπόψιν τα γεγονότα του 1974 και τη μέχρι σήμερα επικρατούσα κατάσταση, η όποια παρουσία τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων ή εγγυητικών δικαιωμάτων της Τουρκίας μετά τη λύση θα αποτελούσε μια ετεροβαρή ρύθμιση εις βάρος της Ε/Κ  κοινότητας, αφού λόγω ισχύος και αποστάσεως της Τουρκίας θα θεωρείτο ως μια μόνιμη απειλή εναντίον των Ελληνοκυπρίων.
Γ. Θέτουν υπό την κηδεμονία ή την επιρροή της εγγυήτριας τη μία των κοινοτήτων και κατ’ επέκταση το Κράτος, με κίνδυνο αποσταθεροποίησης ή και ενίσχυσης των ρευμάτων απόσχισης.
Δ. Πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, η τυχόν παροχή εγγυήσεων για διασφάλιση της μίας κοινότητας θα ανέτρεπε την πολιτική ισότητα και θα καλλιεργούσε αίσθημα υπεροχής της υπό εγγύηση κοινότητας έναντι της άλλης, με συνέπεια αντί της συναίνεσης την πρόκληση συνεχών αδιεξόδων και αποσταθεροποίηση.
Ε. Υποβαθμίζουν τη δυνατότητα των Κυπρίων πολιτών να διαχειριστούν από κοινού τη τύχη και το μέλλον της πατρίδας τους, συντηρώντας την καχυποψία και συνεπώς την ανασφάλεια ως προς τις προθέσεις εις όσους τυχόν θα παραχωρούντο εγγυητικά δικαιώματα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, τυχόν πρόνοια για συνέχιση του καθεστώτος στρατιωτικών εγγυήσεων θα οδηγούσε σε απόρριψη της συμφωνίας για επίλυση του Κυπριακού».

Αυτή είναι η θέση Αναστασιάδη πριν από τρεις μήνες.  

Και ερωτώ: Αυτή είναι η θέση που θα τηρήσουμε μέχρι τέλους στην Γενεύη; Είναι κόκκινη γραμμή οι εγγυήσεις και τα στρατεύματα; Εάν έτσι έχουν τα πράγματα γιατί δεν αποδεχθήκατε την έκδοση ομόφωνου σχετικού ψηφίσματος από την Βουλή κύριε Νεοφύτου (μαζί βεβαίως με τον κύριο Άντρο Κυπριανού του ΑΚΕΛ);

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναλύει μέσα σε 284 λέξεις γιατί είναι εγκληματικό να γίνουν αποδεκτές οι τουρκικές εγγυήσεις και η παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων, μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής της συμφωνίας.  Εμμένουμε σ’ αυτό ή βάζουμε και σε αυτό «νερό στο κρασί μας»!

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ας σοβαρευτούμε επιτέλους



«Ας σοβαρευτούμε, επιτέλους», δήλωσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, οργισμένος από τις αντιδράσεις που σημειώθηκαν, μετά την τελευταία του «κωλοτούμπα» (σύγχρονη έκφραση που υποδηλεί θεαματική υποχώρηση) και τη δημόσια αποδοχή – πλέον – ότι η διάσκεψη της Γενεύης θα είναι πενταμερής.

Αλλά ποιος πρέπει να σοβαρευτεί; Ποιος για τριανταπέντε μέρες επέμενε ότι η διάσκεψη της Γενεύης, όπως συμφωνήθηκε στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου δεν θα είναι πενταμερής αλλά «θα προσκληθούν να συμμετάσχουν και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη»; Ο Ακιντζί (σοβαρός κύριος και άξιος ηγέτης των Τουρκοκύπριων) επέμενε ότι θα είναι πενταμερής η διάσκεψη. Το έλεγε κάθε μέρα ο άνθρωπος. Κι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και οι πέριξ αυτού απαντούσαν: «Όχι, θα είναι πολυμερής». Πού είναι τώρα η πολυμερής κύριε Πρόεδρε; Ποιος σοβαρομιλά τελικά και ποιος απλά προσπαθεί να ξεγελάσει τους πάντες, ακόμα ίσως και τον εαυτό του;

Μόλις προχθές μας έλεγες ότι θα είναι τέσσερα τα μέρη και έξι τα πρόσωπα (συνέντευξη στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ) για να αποφύγεις να αποδεχθείς τον όρο «πενταμερής». Όμως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.

Κι όταν πιάστηκε ο Πινόκιο, να λέει ψέματα, πάντα του έφταιγαν οι άλλοι.

Έτσι κι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης. Δεν του έφταιξε ο Ακιντζί και η Τουρκία που του έκλεισαν τις πόρτες, του έφταιξαν όσοι του υπέδειξαν ότι άλλα έλεγε πριν λίγες μέρες και άλλα λέγει τώρα. Όσοι υπέδειξαν τα ψέματα και την ανακολουθία του, πρέπει – λέει – να σοβαρευτούν. Του έφταιξαν άλλοι. Κι όχι η δική του ανικανότητα (το λιγότερο) να διαπραγματευθεί με επιτυχία και να παραδώσει ένα καλό αποτέλεσμα.

Η σοβαρότητα ενός ηγέτη, κρίνεται από την ικανότητα του να παραδεχθεί τα λάθη του και να αναγνωρίσει τις αποτυχίες του. Απέχει πολύ από αυτό, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης.