Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλευτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλευτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Ο κανίβαλος



Με κατηγορούν πολλοί βουλευτές ότι είμαι «κανίβαλος». Φαίνεται ότι από σχεδόν όλους τους πολιτικούς και το σινάφι της εξουσίας, ένας βουλευτής που λέει την αλήθεια για τα κακώς έχοντα, θεωρείται περίπου προδότης. Προδότης όμως ποιάς πατρίδας, ποιου λαού και ποιας φιλίας; Είναι οι πολιτικοί μια ξεχωριστή φυλή που ζει ανάμεσα στο λαό ή χειρότερα πάνω από το λαό; Ζούμε δηλαδή ακόμα την εποχή της ολιγαρχίας ή αριστοκρατίας;  Ή μήπως η Κυπριακή έκδοση της Αστικής Δημοκρατίας προσομοιάζει με το μοντέλο του Σοβιετικού κράτους, όπου οι διοικούντες συνιστούσαν μια ξεχωριστή τάξη ανθρώπων, την νομενκλατούρα; Γνωρίζουμε βέβαια ότι όποιο μέλος της Σοβιετικής νομενκλατούρας τολμούσε να αρθρώσει κριτικό λόγο για τους ομοίους του, έπαιρνε το δρόμο για τη Σιβηρία…

Όταν τα κόμματα, οι βουλευτές και οι πολιτικοί εν γένει, αλληλοκατηγορούνται και διαπληκτίζονται σε ψηλούς τόνους, όταν διασύρουν την πολιτική οδηγώντας τους πολίτες στην απαξίωση και την αποχή, δεν «τρέχει τίποτα». Κανένα πρόβλημα, όταν στον οίστρο του κομματικού φανατισμού, αλληλοκατηγορούνται για πράγματα ξεχασμένα και άσχετα (τι έκανε ο παππούς το ’55, τι έκανε ο πατέρας το ’74, κ.ο.κ.) και φτάνουν να απευθύνουν ο ένας στον άλλο βαριές κατηγορίες.

Αυτός ο πολιτικός εμφύλιος και η εκτράχυνση του πολιτικού λόγου δεν είναι «κανιβαλισμός»; Κανιβαλισμός είναι μόνο όταν ο Περδίκης καταγγέλλει τους ασυνείδητους βουλευτές που καπνίζουν στους διαδρόμους της Βουλής; Κανιβαλισμός είναι όταν ο Περδίκης αναδεικνύει το θέμα των λιμουζίνων των αξιωματούχων ή το θέμα των προκλητικών επιδομάτων ή το θέμα των αφορολόγητων συντάξεων των ηγετών μας ή το θέμα των πολιτικών bonus;

Ενοχλούνται όταν ένας από τη φυλή τους – γιατί έτσι θεωρούν τους εαυτούς τους οι πολιτικοί – καταμαρτυρεί τα φαύλα τους. Δεκατρία χρόνια αισθάνομαι ο παρείσακτος και ο εξωμότης της φυλής των πολιτικών της Κύπρου. Δεκατρία χρόνια όταν κάνω κριτική για τα λάθη και τις παραλείψεις των «συναδέλφων» βουλευτών ακούω την ίδια πάντα κατηγορία περί κανιβαλισμού. Δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι έχουν ένα ξένο ανάμεσα τους. Δεν ανήκω στη φάρα των πολιτικών και δεν θέλω να ανήκω.

Είμαι ένας πολίτης που ανέλαβε να αντιπροσωπεύσει μια ιδεολογία – και όσους την ενστερνίζονται – στο κοινοβούλιο και στην πολιτική. Δεν με ενδιαφέρει η εξουσία γι’ αυτό και δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσω σε καρέκλα Υπουργού, γεγονός που απαιτεί τους απαραίτητους συμβιβασμούς και δεσμεύσεις με άλλες ιδεολογίες. Συνεπώς, δεν νιώθω καθόλου ότι τρώω τις σάρκες των πολιτικών όταν εκθέτω τα λάθη, τις παραλείψεις και τα άλλα φαύλα του πολιτικού συστήματος, όπως τα ξέρω και τα βιώνω από την μέσα πλευρά. Είμαι απολύτως σίγουρος, ότι κάνω το καθήκον μου απέναντι στην ιδεολογία μου (την Πολιτική Οικολογία) και απέναντι σ’ αυτούς που με εξέλεξαν και εκπροσωπώ.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Μη άρχε αλαζών




Δείγμα αλαζονείας είναι ένας αποτυχημένος υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος να προειδοποιεί ένα βουλευτή – που τον επέλεξε ο λαός για τρεις συνεχόμενες θητείες – ότι «είμαστε όλοι συνεχώς κάτω από την κρίση του λαού». Όταν μάλιστα αυτός ο κύριος – που θέλει να αγιάσει – παραβιάζει μία νομοθεσία που αφορά το ανθρώπινο δικαίωμα σε καθαρό αέρα, γιατί επιτρέπει και προωθεί το κάπνισμα σε δημόσιο κλειστό χώρο εστίασης (και αναψυχής), τότε η αλαζονεία γίνεται εγκληματική.

Την ευθύνη βεβαίως έχουν οι αρχές (εάν υπάρχουν «αρχές» σ’ αυτή τη χώρα). Μπορούν να διασφαλίσουν το σεβασμό στη νομοθεσία για καθαρό αέρα σε κλειστούς δημόσιους χώρους; Μπορούν να αντιμετωπίσουν τα συμφέροντα των κυκλωμάτων της νύκτας; Μπορούν να προστατεύσουν την υγεία των ανθρώπων από την εγκληματική αδιαφορία κερδοσκόπων ή ασυνείδητων καπνιστών (όταν η προσωπική απόλαυση υπερτερεί της κοινωνικής αλληλεγγύης και της νομιμότητας);

Αμφιβάλλω. Όταν οι πληροφορίες μαρτυρούν βουλευτές και υπουργούς να παραβιάζουν το νόμο πως είναι δυνατόν να ευελπιστούμε σε εφαρμογή της νομοθεσίας. Άλλωστε πάντα υπάρχει το παράδειγμα που ακολουθούμε σ’ αυτά τα θέματα: το Αθηναϊκό κράτος, της αλαζονείας, του ατομικισμού και του βολέματος. Το Αθηναϊκό κράτος της παρακμής. Εκεί οδηγούμαστε, ας το παραδεχθούμε.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Γιατί κύριε Εισαγγελέα;


Επιτέλους συμφωνήσαμε κύριε Εισαγγελέα: Οι Βουλευτές δεν έχουν ασυλία όταν παραβιάζουν το όριο ταχύτητας (και άλλες παρόμοιες παρανομίες) και οι αστυνομικοί μπορούν (και πρέπει) να τους καταγγέλλουν. Όπως έκαναν (ή πρέπει να κάνουν) για κάθε «κοινό θνητό».

Χαίρομαι που συμφώνησε μαζί μου ο Γενικός Εισαγγελέας ότι δεν υπάρχει ασυλία έξω από τη Βουλή και ότι για όσες παρανομίες διαπράττουν οι Βουλευτές εκτός Βουλής υπάρχουν διαδικασίες για να τιμωρηθούν, τώρα ή στο μέλλον. Όμως έχω μια απορία την οποία θέτω δημόσια ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα: Όταν οι αστυνομικοί ή οι άλλοι αρμόδιοι, καταγγέλλουν εξωδίκως ένα Βουλευτή και αυτός αρνείται να πληρώσει το πρόστιμο γιατί να μην μπορεί να προχωρά η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου; Τι γίνεται εάν ο άνθρωπος θέλει να δικαστεί γιατί πιστεύει ότι αδικήθηκε από το «όργανο»; Τι γίνεται εάν οι εξώδικες καταδίκες είναι τόσες πολλές που ξεπερνούν τις χιλιάδες ευρώ; Τι γίνεται αν ο κ. Βουλευτής συλλαμβάνεται συνεχώς να τρέχει με 150 χλμ στον δρόμο; Σύμφωνα με τις οδηγίες σας, αυτός ο θανάσιμος κίνδυνος με βουλευτική ασυλία, δεν θα διωχθεί όσο καιρό είναι βουλευτής. Κι αν περάσουν πέντε ή δεκαπέντε χρόνια; Θα πρέπει να συνεχίσει να παριστάνει τον Σιούμαχερ, μέσα στους δρόμους;

Γιατί κύριε Εισαγγελέα;

Εγώ λέω ότι το Σύνταγμα δεν χρειάζεται αλλαγές. Απλά χρειάζεται αυστηρή και τολμηρή εφαρμογή. Χρειάζεται ένα Γενικό Εισαγγελέα που θα στείλει στο δικαστήριο ένα τέτοιο Βουλευτή – κατά συρροήν παράνομο και δυνητικά θανατηφόρο – αλλά και μια Βουλή που θα επιβάλει τις δικές της ποινές σε Βουλευτή που προσβάλλει το Βουλευτικό αξίωμα και διασύρει την πολιτεία με τη συμπεριφορά του.

Αυτό χρειαζόμαστε, κύριε Γενικέ.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ασυλία ασυδοσίας


Το πρόσφατο περιστατικό της παραχώρησης Προεδρικής χάρης σε πρώην βουλευτή, κατά συρροή παραβάτη του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, έφερε στη δημοσιότητα το πάγιο – συχνά ξεχασμένο – θέμα της βουλευτικής ασυλίας. Το θέμα δεν είναι τεράστιο, ούτε είναι το Α και το Ω της σχέσης των πολιτών με τους πολιτικούς, αλλά πρέπει να το ομολογήσουμε ότι επηρεάζει την κοινή γνώμη. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε και καλλιεργείται συστηματικά περί της σκανδαλώδους γενικής ασυλίας των βουλευτών, δρα διαβρωτικά και υποσκάπτει το εναπομείναν κύρος της πολιτικής και των πολιτικών.

Το θέμα αυτό ήγειρα σε χρόνο ανύποπτο το 2006 όταν ενέγραψα το θέμα «η νομοθετική διευκρίνιση του εύρους και των παραμέτρων της βουλευτικής ασυλίας».

Ήταν μια ανεπιτυχής προσπάθεια για να προκαλέσω το δημόσιο διάλογο και τον προβληματισμό ανάμεσα στους βουλευτές. Ανατρέχοντας στο αρχείο μου, ανακάλυψα πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το θέμα, τις τοποθετήσεις βουλευτών και τις απόψεις της νομικής υπηρεσίας.

Ως εισηγητής, έλεγα στις 17/10/2006:
«Η βουλευτική ασυλία είναι ένα θέμα που συχνά συζητείται και απασχολεί την κοινή γνώμη. Αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο αφού αποτελεί ένα στοιχείο διαχωρισμού των βουλευτών από τους υπόλοιπους πολίτες. Ως τέτοιο, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και την προσοχή, αφού συχνά θεωρείται προνόμιο των πολιτικών έναντι των πολιτών. Βρίσκεται λοιπόν συχνά η βουλευτική ασυλία στο επίκεντρο των συζητήσεων και αποτελεί ενίοτε την αφορμή για επικριτικά σχόλια κατά των βουλευτών. Δεν είναι βεβαίως και πολύ σπάνιο, οι βουλευτές να καταχρώνται του δικαιώματος αυτού, κατά τρόπο που το υποσκάπτουν, ενισχύοντας το ήδη σε ανοδική τάση αίσθημα κατά των πολιτικών. Για παράδειγμα, θεωρώ εκτός των προνοιών του Συντάγματος (άρθρο 83) την άποψη ότι οι βουλευτές δεν οφείλουν να πληρώνουν το πρόστιμο για την παράνομη στάθμευση ή δεν χρεώνονται ποινές για τροχαίες παραβάσεις. Τέτοιου είδους παγιωμένες αντιλήψεις αξίζει ευθύς εξαρχής να ανατραπούν προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις πιθανές νομοθετικές ελλείψεις με καθαρή και διεισδυτική θεώρηση. 

Ας εξετάσουμε λοιπόν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Το τι ισχύει στην Κύπρο σχετικά με τη βουλευτική ασυλία, καθορίζεται από το άρθρο 83 του Συντάγματος. Λοιπόν, εξαρχής στην παράγραφο 1 δηλώνεται ότι «Οι βουλευταί δεν υπόκεινται εις ποινικήν δίωξιν και δεν ευθύνονται αστικώς ένεκεν οιασδήποτε εκφρασθείσης γνώμης ή ψήφου δοθείσης υπ’ αυτών εν τη βουλή των Αντιπροσώπων». Κρίνω πολύ ορθή την κατοχύρωση του δικαιώματος έκφρασης των βουλευτών. Το ίδιο ισχύει σε όλα τα Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια. Είναι – κατά την άποψη μου – απαραίτητο να κατοχυρώνεται το δικαίωμα των βουλευτών να εκφράζονται απόλυτα ελεύθερα μέχρι και… ασύδοτα.

Όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα, το Κυπριακό Σύνταγμα παρέχει υπό προϋποθέσεις ασυλία στους βουλευτές. Η πρώτη και βασική προϋπόθεση είναι η απαίτηση για άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο προκειμένου να διωχθεί ή φυλακιστεί βουλευτής. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι η απαίτηση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά τη σύλληψη σε περίπτωση που το αδίκημα επισύρει την ποινή θανάτου ή φυλακίσεως πέντε ετών και άνω, εάν όμως ο κατηγορούμενος έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρου. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, μετά τη σύλληψη για να ακολουθήσει η περαιτέρω διαδικασία της ανάκρισης, της απαγγελίας κατηγορίας και της προσαγωγής σε δίκη χρειάζεται η άμεση άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η διαδικασία είναι περίπλοκη και ίσως γι’ αυτό πολύ σπάνια έχει τεθεί σε εφαρμογή.

Υπάρχουν κάποια στοιχεία που συναντιούνται συχνά σε άλλες Ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Τούτα είναι π.χ. η έννοια του αυτόφωρου και οι κάποιες εξαιρέσεις (δηλαδή σε ποια αδικήματα δεν ισχύει η βουλευτική ασυλία). Επίσης η διαδικασία άρσης της ασυλίας είναι σε πολλές περιπτώσεις πολύ πιο απλή από ότι στην Κύπρο. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί το παράδειγμα της Ολλανδίας όπου από το 1884 οι βουλευτές δεν απολαμβάνουν κάποια προνόμια σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες (ordinary people) (Στην Ιρλανδία η ασυλία είναι πολύ περιορισμένη).

Αξίζει να μας προβληματίσει εάν θα ακολουθήσουμε το παράδειγμα κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών και θα εξαιρεθούν κάποια αδικήματα από τη βουλευτική ασυλία (εκτός της αποφυγής σύλληψης) ή / και θα διευκολυνθεί η διαδικασία άρσης της βουλευτικής ασυλίας. Μια τέτοια αλλαγή πρέπει να γίνει με πολλή προσοχή διότι προϋποθέτει τροποποίηση του Συντάγματος. Η θέση του βουλευτή σαν εκφραστή της λαϊκής βούλησης (ενίοτε και των μαχητικών αιτημάτων ομάδων πολιτών) πρέπει να ενισχυθεί και όχι να αποδυναμωθεί από τις όποιες αλλαγές.

Από την άλλη όμως η βουλευτική ασυλία δεν πρέπει – κατά την άποψη μου – να τείνει να διαχωρίσει τους πολιτικούς από τους πολίτες κατά τρόπο που να προσβάλει και μειώνει τη μεταξύ τους σχέση. Η βουλευτική ασυλία πρέπει να έχει τέτοιο εύρος, νομοθετική κάλυψη και χαρακτηριστικά που να βοηθά τους βουλευτές στο έργο τους και να τιμά τη σχέση τους με τους πολίτες».

Όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες, επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς μου. Ήδη και πριν προκύψει το θέμα με τον πρώην βουλευτή, από την περασμένο μήνα, ζήτησα την εγγραφή του ίδιου θέματος στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών και Αξιών. Παρά την αρχική έκπληξη και τις επιφυλάξεις των συναδέλφων βουλευτών, το θέμα τελικά ενεγράφη. Βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και περιμένει την σειρά του για να συζητηθεί. Οψόμεθα λοιπόν για τα περαιτέρω, με την ελπίδα ότι η Βουλή θα καταφέρει να άρει την ασυλία στην ασυδοσία.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Ο τυφλός Αθηναίος


Δυόμιση χιλιάδες (περίπου) χρόνια πριν, κατά την ιστορική παράδοση, ένας τυφλός Αθηναίος πολίτης ζήτησε από τον ίδιο τον Αριστείδη να του γράψει το όνομα του στο όστρακο της εξορίας, για τον απλό λόγο «βαρέθηκα να ακούω γι’ αυτόν τον Αριστείδη τον δίκαιο». Θα μου πείτε πού θυμήθηκα αυτήν την ιστορία. Αφορμή γι’ αυτό το σχόλιο αποτέλεσε ένα μήνυμα φίλου, ο οποίος κατηγορούσε (για άλλη μια φορά) τους βουλευτές ότι δεν συμμετέχουν δια της μείωσης των απολαβών τους, στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. «Τί κάνουν όλοι αυτοί που βγαίνουν από την τηλεόραση και ρητορεύουν για μείωση των απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων;», λέει ο φίλος μας.

Η αλήθεια είναι ότι το γέρημο το Κοινοβούλιο έχει περικόψει το «μισθό» των βουλευτών του κατά 10% και μετά κατά 7% (στο σύνολο των αποδοχών τους αυτήν τη φορά). Δεν ξέρω κανέναν άλλον από τη δημόσια υπηρεσία που έκανε αυτόβουλα κάτι τέτοιο (και ούτε στον ιδιωτικό τομέα). Το Κοινοβούλιο της Κύπρου απέδειξε για άλλη μια φορά πώς η Δημοκρατία – με όλα τα κακά της – αποτελεί το καλύτερο σύστημα διοίκησης (επίτευγμα αξεπέραστο του Ελληνικού πολιτισμού).

Τι έγινε; Επειδή οι βουλευτές φοβήθηκαν το λαό και τις εκλογές που έρχονταν δέχθηκαν χωρίς διαμαρτυρίες τις περικοπές που αποφάσισαν οι ηγεσίες των κομμάτων. Ας έκαναν αλλιώς. Οι «άλλοι» που δεν τους κρίνει ούτε τους ελέγχει απευθείας ο λαός, έμειναν στο μισθό τους (μέχρι σήμερα). Βέβαια για να λέμε όλη την αλήθεια και στο Κοινοβούλιο αυτοί που «τιμωρήθηκαν» είναι όσοι / όσες έχουν αφιερώσει το σύνολο του χρόνου τους στο Κοινοβουλευτικό τους έργο και δεν είναι μόνο «part time βουλευτές» (έχοντας δηλαδή από αλλού να παίρνουν τα προς το ζειν).

Όμως ακόμα κι’ αυτοί που δεν τους κόστισε τόσο πολύ να «χάσουν» χίλια ευρώ το μήνα (επειδή τα συνολικά τους εισοδήματα μπορεί να είναι 10 – 15 χιλιάδες ευρώ το μήνα), νομίζετε ότι αγόγγυστα θα δέχονταν εάν ήταν π.χ. γενικοί διευθυντές υπουργείων, γενικοί διευθυντές τραπεζών, γενικοί διευθυντές ημικρατικών κ.ο.κ. τέτοια περικοπή; Όχι βέβαια, και το έχουν αποδείξει.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι πολίτες αντί να στρέψουν την απογοήτευση τους σε αυτούς που τους κυβερνούν (δηλαδή τους πιο πάνω αξιωματούχους) την στρέφουν κατά αυτών που τους αντιπροσωπεύουν (καλώς ή κακώς) δηλαδή τους βουλευτές. Δηλαδή, στρέφουν τα πυρά τους κατά των μόνων ανθρώπων που για την θέση τους στην ιεραρχία της πολιτείας έχουν οι ίδιοι την ευθύνη και είναι οι μόνοι αξιωματούχοι που είναι αιρετοί με τον πιο απλό τρόπο (την ψήφο των πολιτών).

Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά επαναλαμβάνεται η ιστορία του τυφλού Αθηναίου, γιατί φαίνεται να έχουμε ως λαός μια εμμονή στον πολιτικό μαζοχισμό και στο αυτομαστίγωμα. Ή αλλιώς, «αλλού μας τρώει και αλλού…».

Τα τελευταία 10 χρόνια ζω μέσα σ’ αυτήν την κοινότητα των ανθρώπων (δηλαδή των αιρετών εκπροσώπων του λαού) και έχω πάρα πολλές φορές καταγγείλει τα «κακώς έχοντα» τους (και το κάνω ακόμα και σήμερα καθημερινά). Μπορεί οι περισσότεροι από τους βουλευτές να μην συγκρίνονται με τον Αριστείδη τον Δίκαιο. Όμως το σωστό να λέγεται. Μέσα στα τόσα λάθη τους οι βουλευτές έκαναν προ πολλού αυτό που τους αναλογούσε (ως Βουλή). Οι άλλοι (που είναι πιο πολλοί και πιο δυνατοί) πότε θα το κάνουν;

Γιώργος Περδίκης
Βουλευτής
Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών