Ήταν από καιρό που εμφανίστηκε το πρόβλημα. Υπόβοσκε και σιγόβραζε. Ήταν οι παρεμβάσεις από τους πολίτες στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, όταν «ανοίγουν οι γραμμές». Ήταν οι επιστολές στις εφημερίδες, ανώνυμες και επώνυμες. Μετά άρχισαν να δημιουργούνται ομάδες πολιτών. Σε ορισμένες συμμετέχουν και «σοβαροί» άνθρωποι, λογοτέχνες, πανεπιστημιακοί, πρώην αξιωματούχοι της πολιτείας. Έντιμοι άνθρωποι. Στο τέλος ήρθαν και οι... σφήκες. Οι μελανοχιτώνες. Αυτοί που δεν μένουν στα λόγια. Όπως συμβαίνει από χρόνια σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες οι ομάδες των ακροδεξιών μελανοχιτώνων κατεβαίνουν στο δρόμο και εκτονώνονται βίαια. Λένε αυτό που έχουν να πουν με τα ρόπαλα. Αυτούς όλους τους λένε – οι άλλοι – «ρατσιστές».
Οι άλλοι είναι υποτίθεται οι καλοί. Τα θύματα. Δεν μιλώ για τους μετανάστες, λαθραίους ή νόμιμους, πολιτικούς πρόσφυγες ή κοινοτικούς εργαζόμενους. Μιλώ γι’ αυτούς που έχουν αυτοανακηρυχθεί προστάτες τους. Πολλοί από μια γνήσια έφεση να υποστηρίξουν τους αδικημένους, καταφρονημένους και διωκόμενους συνανθρώπους τους. Άλλοι, μόνο και μόνο για να δηλώσουν την εναλλακτικότητα τους. να υποδείξουν φωναχτά ότι είναι διαφορετικοί, ανατρεπτικοί, επαναστάτες. Τους βλέπουμε να μαζεύονται με τα μαύρα (και τα ρόπαλα κάποτε), να στήνουν αλυσίδες «υπεράσπισης» των μεταναστών και να συγκρούονται με τους άλλους. Αυτοί – οι άλλοι – τους λένε «προδότες».
Εγώ – συγχωρέστε με – βλέπω και στις δύο πλευρές το ίδιο χρώμα, το μαύρο. Τα ίδια εργαλεία έκφρασης: κουκούλες και ρόπαλα. Και εξηγούμαι. Αυτοί που σχίζονται για τον ρατσισμό των ακροδεξιών, δεν δίνουν δεκάρα για τα άκρως ρατσιστικά σχέδια που προσπαθούν να μας επιβάλουν οι ξένοι στο Κυπριακό. Δεκάρα. Αντίθετα μάλιστα. Στην προσπάθεια τους να φανούν – και πάλι – εναλλακτικοί και «πρωτότυποι», παρασύρονται σε ακραίες θέσεις που τις χαρακτηρίζει ένας προκλητικός ραγιαδισμός. Το «εναλλακτικό» παραμορφώνεται σε «ενδοτικό», έτσι για να «πάμε κόντρα στους εθνικιστές». Νομίζουν ότι «προχωρημένος» και «εναλλακτικός» είναι αυτός που λέει το αντίθετο από τους «πατριώτες» και «εθνικιστές». Πρόκειται για ένα ετεροπροσδιορισμό χωρίς ουσιαστικό ιδεολογικό υπόβαθρο.
Από την άλλη, οι «άλλοι», συγχύζουν τους Τούρκους εποίκους με τους πολιτικούς πρόσφυγες, τους λαθρομετανάστες και τους κοινοτικούς εργαζόμενους. Διατηρούν – εσκεμμένα – αυτήν τη σύγχυση γιατί μέσα από την ισοπέδωση, επιτυγχάνεται η μέγιστη συσπείρωση δυσαρεστημένων. Αξιοποιούν τα πολλά λάθη, τις παραλείψεις και τις στρεβλώσεις της κυβερνητικής μεταναστευτικής πολιτικής. Για παράδειγμα πολλοί πολίτες δίκαια διαμαρτύρονται για τα υπερβολικά ψηλά επιδόματα για τους πολιτικούς πρόσφυγες, τις διαδικασίες που καθυστερούν, την έλλειψη πραγματικού ελέγχου. Οι εργαζόμενοι είναι δυσαρεστημένοι με την εργοδότηση των κοινοτικών (που δεν μπορεί να ελεγχθεί) αλλά και από την «μαύρη» και «λαθραία» εργοδότηση. Οι νοικοκυρές ενοχλούνται από την παραβατικότητα των νεαρών μεταναστών, το έγκλημα και την αλητεία ενώ οι κουλτουριάρηδες δυσανασχετούν γιατί τα ιστορικά κέντρα των πόλεων μετατράπηκαν σε γκέτο.
Είναι φυσιολογικές οι αντιδράσεις των ντόπιων όταν οι αριθμοί των ξένων (με άλλη γλώσσα, άλλο πολιτισμό) αρχίζουν να ξεπερνούν τα φυσιολογικά όρια. Πολλές ακόμα μπορούν να καταγραφούν ως δίκαιες αντιδράσεις. Όμως τίποτα απ’ όλα αυτά θα βρει τη λύση του με τα ρόπαλα, τις κουκούλες και τη βία. Αυτό είναι μια αναντίλεκτη πραγματικότητα. Τα παραδείγματα άλλων χωρών και κοινωνιών είναι αρκούντως διαφωτιστικά.
Άρα, οφείλουμε να απομονώσουμε τις ακραίες ομάδες των «ρατσιστών» (κάθε μορφής αλλά της ίδιας ουσίας) και να επικεντρωθούμε στη λύση των προβλημάτων με νηφαλιότητα και συλλογικότητα. Προς Θεού, ας αποφύγουμε την μικροκομματική εκμετάλλευση (και σ’ αυτό το θέμα). Ας αποδείξουμε ότι ως σύνολο δεν είμαστε ρατσιστές.